Μπορούμε να αποδεσμευτούμε από τα capital controls;

Είναι πραγματικά δύσκολο να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα με «μαθηματική ακρίβεια» αν δεν έχει πρώτα αποφασιστεί (και υποστηριχτεί συνάμα) μια τεκμηριωμένη οικονομική στρατηγική για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας και την αποτελεσματική λειτουργία του τραπεζικού μας συστήματος. Σε καμιά περίπτωση οι υπάρχοντες περιορισμοί στην διακίνηση κεφαλαίων στην Ελλάδα δεν βοηθούν ώστε η χώρα μας να βγει στο «ξέφωτο» της ανάπτυξης. Από την άλλη μεριά, αν δεν είχαν επιβληθεί οι περιορισμοί αυτοί τον Ιούνιο του 2015 και λαμβάνοντας υπόψη τον ρυθμό «φυγής» των καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες, πιθανόν σήμερα να μιλούσαμε για κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος και σχεδόν σίγουρη συμμετοχή των ελλήνων καταθετών στην διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

ng
Αναμφίβολα, το «αναγκαίο κακό» των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων είναι σοβαρό πλήγμα για την πραγματική οικονομία και επιδεινώνει περαιτέρω το πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν κυρίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Συνεπώς, τα capital controls πρέπει να αποσυρθούν πλήρως το ταχύτερο δυνατό. Ας είμαστε όμως ρεαλιστές και ας γίνει κατανοητό ότι η πλήρη άρση των περιορισμών προϋποθέτει τις εξής 6 δράσεις:

1. Η εδραίωση της εμπιστοσύνης των ελλήνων καταθετών προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Αυτό μεταφράζεται στην επιστροφή (αύξηση) των καταθέσεων κατά περίπου 25 δις ευρώ. Δεν δύναται να υπάρξει πλήρη άρση των capital controls αν δεν επιστρέψουν τουλάχιστον τα 2/3 των καταθέσεων που αποσύρθηκαν από το τραπεζικό σύστημα το διάστημα μεταξύ του Δεκέμβριου του 2014 και λίγο πριν την επιβολή των περιορισμών. Μόνο με αυτό τον τρόπο, θα μπορέσουν οι τράπεζες να μειώσουν δραστικά τον έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας (ELA) και να αντικαταστήσουν (το μεγαλύτερο μέρος αυτού) με απευθείας δανεισμό από την ΕΚΤ.

2. Να αντιμετωπιστεί άμεσα το μείζον πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και να δοθεί άμεσα μια οριστική βιώσιμη λύση και για τις δυο πλευρές (τράπεζες & δανειολήπτες). Οι τράπεζες σε συνεργασία με το Κράτος θα πρέπει να επικεντρωθούν στο πρόβλημα των κόκκινων δανείων, έτσι μόνο θα μπορέσει το τραπεζικό σύστημα να εφοδιασθεί με ρευστότητα και να την διοχετεύσει στην πραγματική οικονομία. Βέβαια, οι τράπεζες οφείλουν να επιδείξουν μεγαλύτερη κοινωνική ευθύνη μέσω της συνετής διαχείρισής των κόκκινων δανείων τους και να προβούν σε «γενναιόδωρες» αναδιαρθρώσεις των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων και μη εξυπηρετούμενων δανείων μικρομεσαίων βιώσιμων επιχειρήσεων (μείωση επιτοκίων, αύξηση περιόδου χάριτος, επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, αλλά και με «κούρεμα» του αρχικού κεφαλαίου). Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να τους «επιτραπεί» άμεσα να προβούν σε πλειστηριασμούς ακινήτων και επιχειρήσεων των οποίων αποδεδειγμένα οι ιδιοκτήτες/κάτοχοι είναι «στρατηγικοί κακοπληρωτές». Αυτό το μέτρο θα ανακόψει την αυξητική πορεία των επισφαλειών τους και θα απελευθερώσει ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

3. Οι θετικές αξιολογήσεις του οικονομικού προγράμματος που συμφωνήθηκε με τους δανειστές μας, αλλά και η εφαρμογή των «βασικών» διαρθρωτικών αλλαγών που ορίζονται στο υπάρχον «μνημόνιο» κρίνονται απαραίτητες το επόμενο διάστημα.

4. Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το Κράτος και το πολιτικό-οικονομικό σύστημα οφείλει να αποκατασταθεί άμεσα. Όσο υπάρχει αβεβαιότητα στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον και δεν εμπιστευτούν οι Έλληνες την οικονομική στρατηγική που προτείνεται, δεν θα έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα η τελευταία ανακεφαλαιοποιήση των τραπεζών και όποια άλλη προσπάθεια γίνεται για ανασύσταση της ελληνικής οικονομίας.

5. Η διατήρηση της υφιστάμενης ευρωπαϊκής οδηγίας αναφορικά με την εγγύηση των καταθέσεων μέχρι €100.000 και ότι αυτή θα ισχύσει κατά γράμμα και χωρίς εξαιρέσεις όσο χρονικό διάστημα η Ελλάδα βρίσκεται στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, θα συμβάλει στην αύξηση της δημιουργίας συνθηκών εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

6. Η οριστική διευθέτηση του δημοσίου χρέους μας. Το χρέος πρέπει να αναδιαρθρωθεί αμέσως (έστω και βραχυπρόθεσμα σε πρώτο στάδιο) μετά και την ολοκλήρωση της αξιολόγησης (στις αρχές Φθινοπώρου) ώστε να γίνει πραγματικά βιώσιμο. Επιπλέον, η όποια (ελληνική) ομάδα διαπραγμάτευσης αναλάβει να φέρει εις πέρας αυτό το έργο, θα πρέπει να έχει την μέγιστη πολιτική υποστήριξη από το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο.
Οι παραπάνω έξι δράσεις είναι προαπαιτούμενα για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε οριστικά από τα «δεσμά» των capital controls. Ας είμαστε λοιπόν ρεαλιστές και ας γίνει κατανοητό ότι η πλήρης άρση των υφιστάμενων περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων δεν φαίνεται να είναι εφικτή πριν παρέλθει το πρώτο εξάμηνο του 2017.

Νικόλαος Γεωργικόπουλος Βιογραφικό:

Ο Δρ. Νικόλαος Γεωργικόπουλος είναι ερευνητής χρηματοοικονομικών στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) από το 2007 και επισκέπτης Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (Stern School of Business) των Η.Π.Α. από τον Σεπτέμβριο του 2012. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του στο ΚΕΠΕ διετέλεσε συντονιστής σε τέσσερις ερευνητικές εργασίες που ανατέθηκαν στο στον οργανισμό αυτό από το ελληνικό κράτος.

Είναι κάτοχος πτυχίου Μαθηματικών (BSc) από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μεταπτυχιακού (MSc) από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή (Ph.D.) στα Χρηματοοικονομικά με ειδίκευση στη Διαχείριση Κινδύνου, στο τμήμα Διοίκησης και Οικονομικών του Imperial College London του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

Προτού ξεκινήσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο ΚΕΠΕ, εργάστηκε για 15 έτη ως σύμβουλος χρηματοοικονομικών, τραπεζικό στέλεχος και ερευνητής στο Λονδίνο και στην Νέα Υόρκη. Έχει δημοσιεύσει εργασίες σε διαφορά επιστημονικά περιοδικά έχει συμβάλει στην συγγραφή επιστημονικών ερευνών και βιβλίων και έχει αρθρογραφήσει σε διεθνή οικονομικά περιοδικά και εφημερίδες. Τέλος, έχει λάβει μέρος τόσο ως βασικός ομιλητής αλλά και ως εισηγητής σε συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης σε πολλά διεθνή και ελληνικά επιστημονικά συνέδρια.

http://www.eleuthera-nea.gr