Τραμπ για την προσφυγική πολιτική της Μέρκελ.

Άγνοια και λανθασμένες δηλώσεις καταλογίζει στον προεδρικό υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γερμανίας

«Τεράστια αύξηση της εγκληματικότητας»

Τη Δευτέρα, κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στο Οχάιο, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε πως η απόφαση της Μέρκελ να καλωσορίσει πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στη Γερμανία ήταν «καταστροφή», και πως η Δημοκρατική αντίπαλός του Χίλαρι Κλίντον θέλει να κάνει ό,τι και η Γερμανίδα καγκελάριος.

«Εν ολίγοις η Χίλαρι Κλίντον θέλει να γίνει η Άγκελα Μέρκελ της Αμερικήςκαι ξέρετε τι καταστροφή ήταν αυτή η μαζική μετανάστευση για τη Γερμανία και τον λαό της Γερμανίας», δήλωσε ο Τραμπ: «Το έγκλημα αυξήθηκε σε επίπεδα που κανένας δεν πίστευε πως θα έβλεπε ποτέ. Είναι μια καταστροφή».

Ωστόσο, οι στατιστικές του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών δείχνουν πως ο αριθμός των εγκλημάτων που αναφέρθηκαν το 2015 -εξαιρουμένων των παραβιάσεων θεωρήσεων εισόδου και άλλων μεταναστευτικών παραβάσεων- παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος με την προηγούμενη χρονιά.

Μιλώντας στο Reuters, ο Γερμανός υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Μίχαελ Ροτ τόνισε ότι είναι σημαντικό να διορθώνονται δηλώσεις που γίνονται στο πλαίσιο προεκλογικής εκστρατείας σε άλλες χώρες και βασίζονται σε «φόβους, ψέματα και μισές αλήθειες», δεδομένης μάλιστα της σημασίας που έχουν οι αμερικανικές εκλογές για τον κόσμο.

«Λυπάμαι που ο Ρεπουμπλικανός προεδρικός υποψήφιος διακηρύσσει πράγματα όπως αυτά, που δεν βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα», δήλωσε ο Ροτ.

«Αν είχε μελετήσει την πραγματική κατάσταση στη Γερμανία, θα γνώριζε πως, αν και οι πολλοί πρόσφυγες που ήρθαν στη Γερμανία και την Ευρώπη δημιουργούν μια μεγάλη πρόκληση για μας και δεν έχουν ακόμη πλήρως επιλυθεί όλα τα ζητήματα, δεν έχουν οδηγήσει σε μαζική αύξηση των ποσοστών της εγκληματικότητας», επισήμανε.

Ο Ροτ υπογράμμισε πως η Γερμανία παραμένει μια ειρηνική χώρα όπου οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με σεβασμό ο ένας στον άλλο και συνεχίζονται οι προσπάθειες για την ένταξη των προσφύγων στην ευρύτερη κοινωνία και οικονομία.

Πηγές: Reuters, ΑΠΕ-ΜΠΕ